ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ Πώς αφήσαμε τις ώρες μας και χάθηκαν, πασχίζοντας ανόητα να εξασφαλίσουμε μια θέση στην αντίληψη των άλλων. Ούτε ένα δικό μας δευτερόλεπτο, μέσα σε τόσα μεγάλα καλοκαίρια, να δούμε τον ίσκιο ενός πουλιού πάνω στα στάχυα – μια μικρή τριήρης σε μια πάγχρυση θάλασσα· – μπορεί μ’ αυτήν ν’ αρμενίζαμε για έπαθλα σιωπηλά, για κατακτήσεις πιο ένδοξες. Δεν αρμενίσαμε. ΟΡΕΣΤΗΣ Ανέτοιμος, ναι˙ – δεν το μπορώ˙ μου λείπει η αναλογία εκείνη η απαραίτητη με το τοπίο, την ώρα, με τα πράγματα και με τα γεγονότα˙ – όχι λιγοψυχία, – ανέτοιμος μπροστά στο κατώφλι της πράξης, ολότελα ξένος μπροστά στον προορισμό που οι άλλοι μού έταξαν. Πώς γίνεται οι άλλοι να ορίζουν λίγο - λίγο τη μοίρα μας, να μας την επιβάλλουν κι εμείς να το δεχόμαστε; Η ΕΛΕΝΗ Α, ναι, πόσες ανόητες μάχες, ηρωισμοί, φιλοδοξίες, υπεροψίες, θυσίες και ήττες και ήττες, κι άλλες μάχες, για πράγματα που κιόλας είταν από άλλους αποφασισμένα, όταν λείπαμε εμείς. Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΙΦΙΓΕΝΕΙΑΣ Τι μόνοι, θε μου, και ξένοι παρ’ όλη την κοινότητα της μοίρας μας. Τόσην ώρα μιλώ μόνο για μένα, μ’ όλο που το ξέρω πως εσύ λείπεις πιο πέρα απόνα τέλος, εντελώς αποκομμένο από κάθε συνέχεια, εκεί που εξαφανίζονται οι λέξεις, κι η σιωπή δε μοιάζει ταιριαστή με τίποτα, κι ούτε αναπαύεται στον εαυτό της. Αυτό κανένας δεν το αντέχει˙ – ίσως γι’ αυτό επιμένω ακόμη σε λόγια, σε συσχετισμούς, σε αναμονές κι αναμνήσεις, σε μια προκαταδικασμένη απόπειρα μεταλλαγής ή μεταμφίεσης έστω όπως τότε μπροστά στο Βωμό – τόσο μονάχη, τόσο ανυπεράσπιστη και τρομαγμένη κλαίγοντας με μικρόπρεπα αναφυλλητά που τ’ άκουγα η ίδια πιο δυνατά απ’ όσο τ’ άκουγαν οι άλλοι.
Κι άξαφνα είδα ένα αγκάθι άκρη - άκρη στο χιτώνα της μητέρας και μεμιάς κατάλαβα το αναπότρεπτο πια του θανάτου μου. «Τελειώνετε», είπα προφέροντας καθαρά συλλαβή - συλλαβή. «Δεν πειράζει μια κ’ είναι για τη χώρα μ ο υ˙ μια κ’ είναι να ξεκινήσουν τα καράβια μ α ς, δεν πειράζει για μένα». Κ’ είδα στη ματιά τους το θαυμασμό και τη θλίψη˙ (έτσι τουλάχιστον ζήτησα να εκμεταλλευτώ το θάνατό μου – αν γίνεται). Τούτα τα λόγια χιλιάδες φορές τάδα γραμμένα στο μάρμαρο. Μου ανάβανε τα μάγουλα. Ευχήθηκα νάχα πεθάνει τότε στ’ αλήθεια, για να μην τα ξανακούσω. Ωστόσο και μέσα στη ντροπή μου είταν και κάποια μυστική ευφροσύνη ίσως σαν την επιτυχία του ηθοποιού. Τώρα το δράμα τέλειωσε˙ – δεν έχουμε πια θεατές κι ακροατές. Η αλλαγή ακατόρθωτη πια˙ κ’ η μεταμφίεση άδεια από κάθε σημασία, – ούτε κ’ εμάς τους ίδιους δεν ελευθερώνει απέναντι σε ποιους; απέναντι σε ποιον καθρέφτη; ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ Κείνα τα χρόνια, πολλές φορές, σεργιανώντας μονάχη στον κήπο, μούχε τύχει νάρχεται αθόρυβα πίσω απ’ τη ράχη μου η σελήνη, και ξάφνου να μου σκεπάζει με τις δυο παλάμες της τα μάτια. «Ποιος είμαι;», ρωτούσε. «Δεν ξέρω, δεν ξέρω», αποκρινόμουν για να με ξαναρωτήσει. […] Κάποια νύχτα μ’ έπιασε επ’ αυτοφώρω η μητέρα: «Με ποιον κουβεντιάζεις;». «Κυνηγούσα τη γάτα μη φάει τα χρυσόψαρα», αποκρίθηκα. «Ανόητη», είπε η μητέρα˙ «δεν εννοείς να μεγαλώσεις». Κείνη τη στιγμή, όντως η γάτα τρίφτηκε στα πόδια μου. Ένα μεγάλο χρυσόψαρο τινάχτηκε έξω από το συντριβάνι. Το άρπαξε η γάτα και κρύφτηκε μες στις τριανταφυλλιές. Φώναξα. Την κυνήγησα – (τρόμαξα μη μου φάει τόνα χέρι τής σελήνης)˙ – κ’ η μητέρα με πίστεψε. Έτσι γίνεται πάντοτε. Δεν ξέρουμε πια πώς να φερθούμε, πώς να μιλήσουμε, σε ποιον, και τι να πούμε. Μένουμε μόνοι με αφανείς δυσκολίες, σε αφανείς πολέμους, χωρίς νίκη ούτε ήττα, με πλήθος αφανείς εχθρούς ή, μάλλον, εχθρότητες. Ωστόσο και με πολλούς συμμάχους – αφανείς κι αυτούς – καθώς η σελήνη του παλιού κήπου, καθώς το χρυσόψαρο ή ακόμη κ’ η γάτα. ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ Ποτέ δεν επαρκούμε στις επιθυμίες μας. Η επιθυμία δεν επαρκεί. Απομένει η κούραση, η παραίτηση, – μια ευτυχισμένη σχεδόν αβουλία, ο ιδρώτας, η διάσπαση, η ζέστη. Ώσπου φτάνει, επιτέλους, η νύχτα να σβήσει τα πάντα, να τα σμίξει σ’ ένα στέρεο και άυλο σώμα, δικό σου, να φυσήξει μια στάλα απ’ το πευκόδασος ή κάτω απ’ τη θάλασσα, να βουλιάξουν τα φώτα, να βουλιάξουμε. ΙΣΜΗΝΗ Είχε τρομάξει η ανήμπορη την αμαρτία – ποια αμαρτία; – γιατί τάχα αμαρτία η συμφωνία με την επιθυμία μας; […] Αναρωτιέμαι κάποτε μήπως και γεννηθήκαμε μόνο και μόνο για να παραδεχτούμε απλώς πως θα πεθάνουμε. Ωστόσο, στα διαλείμματα αυτής της άδικης ερώτησης κινείται η ζωή μας. ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ Σεβάσμιε φίλε, είμουνα βέβαιος για τη βαθειά σου κατανόηση. Εμείς οι νεότεροι που κληθήκαμε, όπως λένε, την ύστατη στιγμή για να δρέψουμε τάχα τη δόξα την ετοιμασμένη με τα δικά σας όπλα, με τις δικές σας πληγές, με το δικό σας θάνατο, γνωρίζουμε κ’ εμείς κι αναγνωρίζουμε, κ’ έχουμε, ναι, κ’ εμείς τις πληγές μας σ’ άλλο σημείο τού σώματος – πληγές αθώρητες, χωρίς το αντίβαρο της περηφάνειας και του αξιοσέβαστου αίματος του χυμένου ορατά, σε ορατές μάχες, σε ορατά αγωνίσματα.
Μια τέτοια δόξα ας μας έλειπε˙ – ποιος τους την ζήτησε; Μήτε μιαν ώρα δεν είχαμε δική μας, πληρώνοντας τα χρέη και τις υποθήκες άλλων. Μήτε καν προφτάσαμε να δούμε μιαν αυγή ένα ήσυχο χέρι ν’ ανοίγει το παράθυρο απέναντι και να κρεμάει απ’ έξω, στην πρόκα του τοίχου, ένα κλουβί καναρίνια με τη σεμνότητα μιας περιττής κι αναγκαίας χειρονομίας. ΦΑΙΔΡΑ Ίσως κ’ εσύ να το ξέρεις: τα πιο όμορφα πράγματα τα λέμε συνήθως για ν’ αποφύγουμε να πούμε μιαν αλήθεια˙ κ’ ίσως αυτή η αποσιωπημένη αλήθεια νάναι που δίνει τη μεγάλη ομορφιά κι αοριστία σ’ αυτά τα τετριμμένα ξένα λόγια – αιώνιος νόμος της ομορφιάς που λένε.
Η αοριστία πάντα μαρτυράει κάτι βαθύ κι ορισμένο – πιθανόν τραγικό ή και κτηνώδες – μια θυσιασμένη επιθυμία, λερναία επιθυμία˙ – διασκεδάζει να κρύβει σε ρόδινα ή σε πάγχρυσα νέφη τα νέα κεφάλια της˙ διασκεδάζει να παίζει στα νύχια της έναν κόκκινο σπάγγο˙ να τοποθετεί τα κομμένα κεφάλια της στον ασημένιο δίσκο στολισμένα με πολύχρωμες ταινίες˙ να βγάζει τα καρφιά απ’ τον τοίχο, να τα στήνει ορθά στο κρεββάτι, παίζοντας έτσι με το δικό μας το μοναδικό κεφάλι, η πολυκέφαλη. Και πια, – τι να κάνουμε; – αυτό το παιχνίδι μάς αρέσει. Κάποτε, μάλιστα, το παίζουμε και για λογαριασμό μας (με δική μας τάχατε πρωτοβουλία) – ο ίδιος κόκκινος σπάγγος, τα κεφάλια στο δίσκο με χρωματιστές κορδέλες, τα καρφιά στο κρεββάτι. ΧΕΙΜΕΡΙΝΗ ΔΙΑΥΓΕΙΑ Το πράσινο παγκάκι, όπου κάθισες μια νύχτα ολομόναχος, περικλεισμένος από ανώφελα άστρα, μετακόμιζε μόνο του τώρα μες απ’ τα ωχρά χωράφια της φθινοπωρινής ερήμωσης φτάνοντας ως την πόρτα σου σαν αμαξάκι εξοχικό˙ μέσα του κάθονταν τώρα δυο, – μπορείς να πεις κ’ ευτυχισμένοι, γιατί με το να δεις και να παραδεχτείς εκείνα που δεν είχες και δε θάχεις είναι σχεδόν σα να τάχεις, – τάχεις σίγουρα. Έτσι λέγαμε, κ’ ίσως με ειλικρίνεια. Η ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ Το ξέρω πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα, μονάχος στη δόξα και στο θάνατο. Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί. Άφησέ με νάρθω μαζί σου.
 |
|
|
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
θα χαρώ να διαβάσω τα σχόλιά σας!